Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΕΝΟΤΗΤΑ 4


ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Ένα ταξίδι επιστημονικής φαντασίας

Ο Λουκιανός (γεννήθηκε το 120 μ.Χ. περίπου) καταγόταν από τη Συρία. Άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας, στρέφεται με το έργο του εναντίον καθιερωμένων αντιλήψεων και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της εποχής του. Ένα σημαντικό έργο του είναι η Ἀληθὴς Ἱστορία, που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της δημιουργικής φαντασίας και του ανήσυχου πνεύματός του. Σε αυτό, με χαριτωμένο λόγο και περιπαικτική διάθεση, σατιρίζει τα περιπετειώδη μυθιστορήματα της εποχής του επινοώντας ένα υπερπόντιο ταξίδι που τον οδηγεί σε μια απίστευτη συνάντηση...

Πλέομεν ὅσον τριακοσίους σταδίους καὶ νήσῳ μικρᾷ καὶ ἐρήμῃ προσφερόμεθα. Μείναντες δὲ ἡμέρας ἐν τῇ νήσῳ πέντε, τῇ ἕκτῃ ἐξορμῶμεν καὶ τῇ ὀγδόῃ καθορῶμεν ἀνθρώπους πολλοὺς ἐπὶ τοῦ πελάγους διαθέοντας, ἅπαντα ἡμῖν προσεοικότας καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ μεγέθη, πλὴν τῶν ποδῶν μόνων· ταῦτα γὰρ φέλλινα ἔχουσιν· ἀφ’ οὗ δή, οἶμαι, καὶ καλοῦνται Φελλόποδες. Θαυμάζομεν οὖν ὁρῶντες οὐ βαπτιζομένους, ἀλλὰ ὑπερέχοντας τῶν κυμάτων καὶ ἀδεῶς ὁδοιποροῦντας. Οἱ δὲ καὶ προσέρχονται καὶ ἀσπάζονται ἡμᾶς ἑλληνικῇ φωνῇ λέγουσί τε εἰς Φελλὼ τὴν αὑτῶν πατρίδα ἐπείγεσθαι. Μέχρι μὲν οὖν τινος συνοδοιποροῦσι ἡμῖν παραθέοντες, εἶτα ἀποτρεπόμενοι τῆς ὁδοῦ βαδίζουσιν εὔπλοιαν ἡμῖν ἐπευχόμενοι.

Λουκιανός, Ἀληθὴς Ἱστορία 2.3-4 (διασκευή)

Μετάφραση

Πλέουμε περίπου τριακόσια στάδια και αγκυροβολούμε σε ένα μικρό και έρημο νησί. Αφού μείναμε στο νησί πέντε ημέρες, την έκτη ξεκινάμε και την όγδοη διακρίνουμε πολλούς ανθρώπους να τρέχουν εδώ κι εκεί στο πέλαγος, οι οποίοι έμοιαζαν μ’ εμάς σε όλα και στη μορφή του σώματος και στη σωματική διάπλαση εκτός από τα πόδια μόνο· γιατί αυτά τα έχουν κατασκευασμένα από φελλό· γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, νομίζω, και αποκαλούνται Φελλόποδες. Απορούμε λοιπόν βλέποντάς τους να μη βουλιάζουν αλλά να μένουν πάνω από τα κύματα και να βαδίζουν χωρίς φόβο. Και αυτοί πλησιάζουν, μας χαιρετούν στα ελληνικά και μας λένε ότι βιάζονται (να φτάσουν) στη Φελλώ, την πατρίδα τους. Μέχρις ενός σημείου λοιπόν μας συνοδεύουν τρέχοντας δίπλα μας, έπειτα αλλάζουν δρόμο και προχωρούν ευχόμενοι σ’ εμάς «καλό ταξίδι».

Νοηματική απόδοση

Ο Λουκιανός περιγράφει μια φανταστική συνάντηση με τους Φελλόπoδες, που θυμίζουν τους φανταστικούς ήρωες της εποχής μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί ο ανθρωπομορφισμός των Φελλοπόδων τόσο στη μορφή όσο και στη συμπεριφορά.

Ερωτήσεις

1.Ποια αξιοπερίεργα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν οι Φελλόποδες που περιγράφει ο Λουκιανός;
2. Πώς συμπεριφέρθηκαν οι Φελλόποδες στον αφηγητή και στους συντρόφους του;

Γλωσσικά / Γραμματικά Σχόλια

πλέομεν: α΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. πλέω (= ταξιδεύω στη θάλασσα).
σταδίους: αιτιατ. πληθ. του ουδ. ουσιαστικού β΄ κλίσης τὸ στάδιον (= αρχαία μονάδα μέτρησης μήκους ίση με 185 περίπου μέτρα). Στον πληθυντικό: οἱ στάδιοι και τὰ στάδια.
τῇ νήσῳ: δοτ. εν. του θηλ. ουσιαστικού β΄κλίσης ἡ νῆσος (= το νησί).
μικρᾷ: δοτ. εν. θηλ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ μικρός, ἡ μικρά, τὸ μικρόν.
ἐρήμῃ: δοτ. εν. θηλ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ ἔρημος/ἐρῆμος, ἡ ἔρημη/ἐρήμη/ἔρημος/ἐρῆμος, τὸ ἔρημον/ἐρῆμον (= ερημικός, εγκαταλειμμένος).
προσφερόμεθα: α΄ πληθ. ορ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. προσφέρομαι (= προσορμίζομαι, αγκυροβολώ).
μείναντες: ον. πληθ. αρσ. της μετοχής αορ. ενεργ. φωνής του ρ. μένω (= μένω, διαμένω, παραμένω).
ἡμέρας: αιτιατ. πληθ. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ ἡμέρα.
ἐξορμῶμεν: α΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ἐξορμάω, ἐξορμῶ (= φεύγω από κάπου, ξεκινώ να πάω κάπου).
καθορῶμεν: α΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. καθοράω, καθορῶ (=διακρίνω, βλέπω καθαρά).
ἀνθρώπους: αιτιατ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ ἄνθρωπος.
πολλούς: αιτιατ. πληθ. αρσ. του ανώμαλου επιθέτου πολύς, πολλή, πολύ.
διαθέοντας: αιτιατ. πληθ. αρσ. της μετοχής ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. διαθέω (= τρέχω εδώ κι εκεί).
προσεοικότας: αιτιατ. πληθ. αρσ. της μετοχής παρακ. του ρ. προσέοικα (= μοιάζω με κάποιον σε κάτι).
ἅπαντα: αιτιατ. πληθ. ουδ. του τριτόκλιτου επιθέτου ἅπας, ἅπασα, ἅπαν (= όλος, ολόκληρος).
ἡμῖν: δοτ. πληθ. του α΄ προσώπου της προσωπικής αντωνυμίας
ἔχουσιν: γ΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ἔχω.
οἶμαι: α΄ εν. ορ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. οἴομαι/οἶμαι (= νομίζω).
καλοῦνται: γ΄ πληθ. ορ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. καλέομαι, καλοῦμαι (= ονομάζομαι).
θαυμάζομεν: α΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. θαυμάζω (= εκπλήσσομαι, απορώ).
ὁρῶντες: ον. πληθ. αρσ. της μετοχής ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ὁράω, ὁρῶ (= βλέπω).
ὑπερέχοντας: αιτιατ. πληθ. αρσ. της μετοχής ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ὑπερέχω (= υψώνομαι πάνω από κάτι).
ὁδοιποροῦντας: αιτιατ. πληθ. αρσ. της μετοχής ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. ὁδοιπορέω, ὁδοιπορῶ (= βαδίζω, περπατώ, ταξιδεύω).
ἀσπάζονται: γ΄ πληθ. ορ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. ἀσπάζομαι (= καλωσορίζω).
ἡμᾶς: αιτιατ. πληθ. του α΄ προσώπου της προσωπικής αντωνυμίας.
φωνῇ: δοτ. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ φωνή.
λέγουσι: γ΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. λέγω (= λέω, μιλώ).
ἐπείγεσθαι: απαρέμφατο ενεστ. μέσης φωνής του ρ. ἐπείγομαι (= βιάζομαι).
συνοδοιποροῦσι: γ΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. συνοδοιπορέω, συνοδοιπορῶ (= βαδίζω μαζί με κάποιον, συνοδεύω).
ἡμῖν: δοτ. πληθ. του α΄ προσώπου της προσωπικής αντωνυμίας.
τῆς ὁδοῦ: γεν. εν. του θηλ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ἡ ὁδός (= ο δρόμος).
βαδίζουσιν: γ΄ πληθ. ορ. ενεστ. ενεργ. φωνής του ρ. βαδίζω (= προχωρώ).
εὔπλοιαν: αιτιατ. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ εὔπλοια (= το καλό θαλάσσιο ταξίδι).
ἐπευχόμενοι: ον. πληθ. αρσ. της μετοχής ενεστ. μέσης φωνής του ρ. ἐπεύχομαι (= εύχομαι).

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

ΕΝΟΤΗΤΑ 3



ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ 3
Επαγγέλματα των αρχαίων Αθηναίων
Μια εξέχουσα πόλη, όπως η Αθήνα του 5ου αι. π.Χ., ήταν εύλογο να παρουσιάζει αυξημένες ανάγκες για προϊόντα και υπηρεσίες. Τις ανάγκες αυτές κάλυπταν ποικίλες κατηγορίες επαγγελματιών, από τους οποίους άλλοι ήταν ελεύθεροι πολίτες και άλλοι μέτοικοι ή και δούλοι.
Ἀθηναῖοι, ὡς καὶ οἱ ἑτέρας πόλεις κατοικοῦντες, πολλὰ ἐν τῷ βίῳ ἐπιτηδεύουσι, ἵνα τὰ ἀναγκαῖα πορίζωνται: Ναυσικύδης ναύκληρος ὢν περὶ τὴν τοῦ σώματος τροφὴν ἑαυτῷ καὶ τοῖς οἰκείοις ἐσπούδαζε, τοῦτ' αὐτὸ δ' ἐποίουν Ξένων ὁ ἔμπορος καὶ Ξενοκλῆς ὁ κάπηλος. Πολύζηλος ἀπὸ ἀλφιτοποιίας ἑαυτὸν καὶ οἰκέτας ἔτρεφε, ἔτι δὲ πολλάκις τῇ πόλει ἐλειτούργει. Γλαύκων ὁ Χολαργεὺς ἐγεώργει καὶ βοῦς ἔτρεφε, Δημέας δὲ ἀπὸ χλαμυδουργίας διετρέφετο, Μεγαρέων δ' οἱ πλεῖστοι ἀπὸ ἐξωμιδοποιίας. Οὐκ ὀλίγοι τῶν πολιτῶν τέχνην τινὰ ἐξεμάνθανον, οἷον τὴν τῶν λιθοξόων, κεραμέων, τεκτόνων, σκυτοτόμων, καὶ πλεῖστα ἐπιτήδεια τῷ βίῳ ἐξειργάζοντο.
Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα 2.7.6 (ελεύθερη διασκευή)

Μετάφραση

Οι Αθηναίοι, όπως και αυτοί που κατοικούν στις άλλες πόλεις, ασχολούνται με πολλά επαγγέλματα στη ζωή τους, για να εξασφαλίζουν τα αναγκαία (αγαθά): ο Ναυσικύδης ως ιδιοκτήτης πλοίου μεριμνούσε για τη συντήρηση του εαυτού του και των δικών του και το ίδιο ακριβώς έκαναν ο Ξένων ο έμπορος και ο Ξενοκλής ο μικροπωλητής. Ο Πολύζηλος συντηρούσε τον εαυτό του και τους οικιακούς δούλους του από την παρασκευή κριθάλευρου και επιπλέον πολλές φορές προσέφερε δημόσια υπηρεσία με δικά του χρήματα στην πόλη. Ο Γλαύκων από τον Χολαργό ήταν γεωργός και εξέτρεφε ζώα (ήταν κτηνοτρόφος) και ο Δημέας ζούσε από την τέχνη της κατασκευής χλαμύδων, ενώ οι περισσότεροι Μεγαρείς (ζούσαν) από την τέχνη της κατασκευής εξωμίδων (ανδρικών ενδυμάτων που άφηναν ακάλυπτους τους ώμους). Πολλοί πολίτες μάθαιναν καλά κάποια τέχνη, όπως αυτήν των μαρμαράδων, των τεχνιτών του πηλού, των μαραγκών, των τσαγκάρηδων, κι (έτσι) εξασφάλιζαν πάρα πολλά αναγκαία για τη ζωή.

Νοηματική απόδοση

Το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα που μελετούμε αναφέρει χαρακτηριστικά επαγγέλματα των αρχαίων Αθηναίων επισημαίνοντας ότι χάρη σε αυτά οι πολίτες συντηρούσαν τους εαυτούς τους, τους οικείους και τους δούλους τους, αλλά και πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στην πόλη τους.

Ερωτήσεις

1. Να αναφέρετε στηριζόμενοι στο κείμενο επαγγέλματα των αρχαίων Αθηναίων.
2. Σε ποια επαγγέλματα διακρίθηκαν οι Αθηναίοι εξαιτίας της αδυναμίας της γης τους να τους συντηρήσει;
(λόγω της σχετικής φτώχειας της αττικής γης)


Γλωσσικά / Γραμματικά Σχόλια
Ἀθηναῖοι: ονομ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού β΄κλίσης ὁ Ἀθηναῖος.
πολλά: αιτιατ. πληθ. ουδ. του ετερόκλιτου επιθέτου, ὁ πολύς ἡ πολλή, τὸ πολύ.
τῷ βίῳ: δοτ. εν. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ βίος (= η ζωή).
ἐπιτηδεύουσι: γ΄ πληθ. ορ. ενεστώτας. ενεργ. φωνής του ρ. ἐπιτηδεύω ( = καταγίνομαι με κάτι, ασχολούμαι με κάτι, ασκώ κάτι).
ἵνα: υποτακτικός τελικός σύνδεσμος (= για να).
τὰ ἀναγκαῖα: αιτιατ. πληθ. ουδ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ ἀναγκαῖος, ἡ ἀναγκαία, τὸ ἀναγκαῖον (= αναγκαίος, αναπόφευκτος).
πορίζωνται: γ΄ πληθ. υποτ. ενεστ. μέσης φωνής του ρ. πορίζομαι (= εξασφαλίζω, αποκτώ).
Ναυσικύδης: ονομ. εν. του κύριου αρσ. ουσιαστικού α΄ κλίσης Ναυσικύδης.
ναύκληρος: ονομ. εν. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ ναύκληρος (= ο ιδιοκτήτης ή κυβερνήτης πλοίου, ο ναυτικός, ο θαλασσινός).
περί: πρόθεση συντασσόμενη (εδώ) με αιτιατική (= γύρω από, για, σχετικά με).
τὴν τροφήν: αιτιατ. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ τροφή (= η τροφή, η ανατροφή, η διατροφή).
τοῖς οἰκείοις: δοτ. πληθ. αρσ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ οἰκεῖος, ἡ οἰκεία/οἰκεῖος, τὸ οἰκεῖον (= συγγενής, φιλικός) // οἱ οἰκεῖοι = οι συγγενείς, οι στενοί φίλοι, οι δικοί μας άνθρωποι.
ἐσπούδαζε: γ΄ εν. ορ. παρατατικού. ενεργ. φωνής του ρ. σπουδάζω (= φροντίζω, ασχολούμαι).
τοῦτο: αιτιατ. εν. ουδ. της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὕτη, τοῦτο (= αυτός, αυτή , αυτό).
αὐτό: αιτιατ. εν. ουδ. της οριστικής αντωνυμίας αὐτός, αὐτή, αὐτό ( = ο ίδιος).
ἐποίουν: γ’ πληθ. ορ. παρατ. ενεργ. φωνής του ρ. ποιέω, ποιῶ ( = δημιουργώ, κάνω)
ὁ ἔμπορος: ονομ. εν. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ ἔμπορος.
ὁ κάπηλος: ονομ. εν. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ κάπηλος ( = ο μικροπωλητής).
Πολύζηλος: ονομ. εν. του αρσ. κύριου ουσιαστικού β΄κλίσης ὁ Πολύζηλος, τοῦ Πολυζήλου.
ἀλφιτοποιίας: γεν. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ ἀλφιτοποιία (= η παρασκευή κριθάλευρου).
οἰκέτας: αιτιατ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ὁ οἰκέτης, τοῦ οἰκέτου ( = ο δούλος του σπιτιού).
ἔτρεφε: γ’εν. ορ. παρατ. ενεργ. φωνής του ρ. τρέφω (= δίνω τροφή // (για ζώα) συντηρώ, διατηρώ, εκτρέφω).
Δημέας : ον. εν. του αρσ. κύριου ουσιαστικού α΄ κλίσης ὁ Δημέας, του Δημέου.
χλαμυδουργίας: γεν. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ χλαμυδουργία (= η τέχνη της κατασκευής χλαμύδων).
ἐξωμιδοποιίας: γεν. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ ἐξωμιδοποιία (= η τέχνη της κατασκευής εξωμίδων, δηλ. ενδυμάτων που άφηναν ακάλυπτους τους ώμους).
ὀλίγοι: ονομ. πληθ. αρσ. του δευτερόκλιτου επιθέτου ὀλίγος, ὀλίγη, ὀλίγον (= λίγος).
τῶν πολιτῶν: γεν. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ὁ πολίτης.
τέχνην: αιτιατ. εν. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ τέχνη.
τῶν λιθοξόων: γεν. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ λιθοξόος (= ο τεχνίτης της πέτρας, ο μαρμαράς).
σκυτοτόμων: γεν. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ σκυτοτόμος (= ο τσαγκάρης).

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΕΝΟΤΗΤΑ 2


ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ 2
Η εκπαίδευση των παιδιών στην αρχαία Αθήνα

    Η εκπαίδευση των παιδιών στην αρχαία Αθήνα αποτέλεσε πρότυπο για πολλές αρχαίες ελληνικές πόλεις. Ιδεώδες της ήταν να γίνουν οι νέοι «καλοὶ κἀγαθοί». Αυτό επιτυγχανόταν με την άσκηση του σώματός τους, ώστε αυτό να αποκτήσει ευρωστία και ομορφιά, και της ψυχής τους, ώστε να γίνουν ενάρετοι.

Ἐν Ἀθήναις τοὺς παῖδας μετ’ ἐπιμελείας διδάσκουσι καὶ νουθετοῦσι. Πρῶτον μὲν καὶ τροφὸς καὶ μήτηρ καὶ παιδαγωγὸς καὶ αὐτὸς ὁ πατὴρ ἐπιμελοῦνται ὅπως βέλτιστος γενήσεται ὁ παῖς, διδάσκοντες ὅτι τὸ μὲν δίκαιον, τὸ δὲ ἄδικον καὶ τόδε μὲν καλόν, τόδε δὲ αἰσχρόν ἐστι. Εἶτα δέ, ἐπειδὰν οἱ παῖδες εἰς ἡλικίαν ἔλθωσιν, οἱ γονεῖς εἰς διδασκάλων πέμπουσιν, ἔνθα οἱ μὲν γραμματισταὶ ἐπιμελοῦνται ὅπως γράμματα μάθωσιν καὶ τὰ γεγραμμένα ἐννοῶσι, οἱ δὲ κιθαρισταὶ τῷ κιθαρίζειν ἡμερωτέρους αὐτοὺς ποιεῖν πειρῶνται καὶ τὰς τῶν παίδων ψυχὰς πρὸς τὸν ῥυθμὸν καὶ τὴν ἁρμονίαν οἰκειοῦσι. Ἔτι οἱ παῖδες ἐν γυμνασίοις καὶ παλαίστραις φοιτῶσιν, ἔνθα οἱ παιδοτρίβαι βελτίω τὰ σώματα αὐτῶν ποιοῦσι, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται ἀποδειλιᾶν διὰ τὴν τῶν σωμάτων πονηρίαν.

Πλάτων, Πρωταγόρας 325c-326c (ελεύθερη διασκευή)


Μετάφραση

Στην Αθήνα διδάσκουν και συμβουλεύουν τα παιδιά με φροντίδα. Αρχικά λοιπόν και η παραμάνα και η μητέρα και ο παιδαγωγός και ο ίδιος ο πατέρας φροντίζουν πώς θα γίνει πολύ καλό το παιδί διδάσκοντάς του ότι αυτό είναι δίκαιο και το άλλο άδικο και αυτό ωραίο και το άλλο άσχημο. Αργότερα, όταν τα παιδιά φτάσουν στην κατάλληλη ηλικία, οι γονείς τα στέλνουν στους δασκάλους, όπου οι δάσκαλοι της γραφής και της ανάγνωσης φροντίζουν να μάθουν (τα παιδιά) γράμματα και να καταλαβαίνουν τα γραπτά κείμενα, και οι κιθαριστές με το να παίζουν λύρα (ή αυλό) προσπαθούν να κάνουν τους μαθητές πιο ήρεμους και εξοικειώνουν τις ψυχές τους με τον ρυθμό και την αρμονία. Επίσης, τα παιδιά συχνάζουν στα γυμναστήρια και στις παλαίστρες, όπου οι δάσκαλοι της γυμναστικής κάνουν πιο δυνατά τα σώματά τους (= των παιδιών), για να μην αναγκάζονται να δειλιάζουν εξαιτίας της κακής σωματικής κατάστασής τους.

Νοηματική απόδοση

Το απόσπασμα από τον Πρωταγόρα του Πλάτωνα που μελετούμε περιγράφει την αγωγή και την εκπαίδευση των μικρών μαθητών στην Αθήνα της κλασικής εποχής. Ο συγγραφέας απαριθμεί τις ειδικότητες δασκάλων που αναλαμβάνουν να εκπαιδεύσουν τα παιδιά και υπογραμμίζει ποιος στόχος επιδιώκεται με τη διδασκαλία κάθε μαθήματος.

Ερωτήσεις

1.  Ποιοι είχαν την ευθύνη για τα πρώτα στάδια της αγωγής των παιδιών μέσα στο σπίτι;
2. Σε ποια σχολεία φοιτούσαν οι μικροί Αθηναίοι, από ποιες ειδικότητες δασκάλων εκπαιδεύονταν και τι μάθαιναν από τον καθένα;

Γλωσσικά / Γραμματικά Σχόλια

διδάσκουσι: γ΄ πληθ. οριστικής ενεστώτα. ενεργ. φωνής του ρ. διδάσκω (= διδάσκω)
τροφός: ονομ. ενικού του θηλ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ἡ τροφός (= η παραμάνα)
παιδαγωγός: ονομ. ενικού του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ παιδαγωγός
ἐστί: γ΄ εν. ορ. ενεστ. του βοηθητικού ρ. εἰμί (= είμαι, υπάρχω)
διδασκάλων: γεν. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ διδάσκαλος (=ο δάσκαλος)
πέμπουσιν: γ΄ πληθ. ορ. ενεστώτα του ρ. πέμπω (= στέλνω)
οἱ γραμματισταί: ονομ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ὁ γραμματιστής (= ο δάσκαλος της γραφής και της ανάγνωσης)
οἱ κιθαρισταί: ονομ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού α’ κλίσης ὁ κιθαριστής (= ο δάσκαλος της μουσικής)
τὰς ψυχάς: αιτιατ. πληθ. του θηλ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ἡ ψυχή
τὸν ῥυθμὸν: αιτιατική ενικού του αρσ. ουσιαστικού β΄ κλίσης ὁ ρυθμός (= ο ρυθμός, η συμμετρία, η τάξη).
οἱ παιδοτρίβαι: ονομ. πληθ. του αρσ. ουσιαστικού α΄ κλίσης ὁ παιδοτρίβης (= ο δάσκαλος της γυμναστικής).


Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

ΦΘΟΓΓΟΙ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ


ΑΡΧΑΙΑ Α΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


 Φθόγγοι και γράμματα

  Οι φθόγγοι της α.ε. παριστάνονται με 24 γράμματα, που είναι τα ίδια με αυτά της ν.ε.  Οι φθόγγοι της α.ε. διαιρούνται σε φωνήεντα και σε σύμφωνα.

Φωνήεντα
  • Τα φωνήεντα διαιρούνται σε βραχύχρονα, μακρόχρονα και δίχρονα, με βάση τη διάρκεια της προφοράς τους.

Τα δίχρονα ήταν σε κάποιες λέξεις βραχέα και σε κάποιες μακρά

Σύμφωνα



Δίφθογγοι
  • Οι δίφθογγοι αποτελούνταν από δύο φωνήεντα που προφέρονταν γρήγορα μαζί σε μία συλλαβή. Στη ν.ε. όσες έχουν επιβιώσει χαρακτηρίζονται «δίψηφα» και προφέρονται σαν ένα φωνήεν.
  • Διακρίνονται σε οκτώ κύριες και τρεις καταχρηστικές.

  • Οι κύριες σχηματίζονται από συνδυασμούς άλλων φωνηέντων με τα φωνήεντα ι και υ:
     

  • Οι καταχρηστικές σχηματίζονται από τον συνδυασμό των α, η, ω με ένα ι που «υπο-γράφεται» (γράφεται από κάτω) και ονομάζεται υπογεγραμμένη:
    •      ᾳ, ῃ, ῳ

  • Είναι μακρόχρονες εκτός κάποιων εξαιρέσεων.


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Ουσιαστικά Β΄κλίση


Δεύτερη κλίση


Αρσενικό
Θηλυκό
Ουδέτερο
νθρωπος (νθρωπο-)
δός ( δο-)
δρον (δωρο-)
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός
Ονομαστική
νθρωπος
νθρωποι
δς
δο
δρον
δρα
Γενική
νθρώπου
νθρώπων
δο
δν
δώρου
δώρων
Δοτική
νθρώπ
νθρώποις
δ
δος
δώρ
δώροις
Αιτιατική
νθρωπον
νθρώπους
δν
δος
δρον
δρα
Κλητική
νθρωπε
νθρωποι
δ
δο
δρον
δρα